Greek core word #227 · verb · 71 times in the New Testament

τηρέω

tay-REH-oh

τηρέω, τηρήσω, ἐτήρησα, τετήρηκα, τετήρημαι, ἐτηρήθην — keep, guard

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgτηρῶτηρῶτηροίην
2 sgτηρεῖςτηρῇςτηροίηςτήρει
3 sgτηρεῖτηρῇτηροίητηρείτω
1 plτηροῦμεντηρῶμεντηροῖμεν
2 plτηρεῖτετηρῆτετηροῖτετηρεῖτε
3 plτηροῦσι(ν)τηρῶσι(ν)τηροῖεντηρείτωσαν

Infinitive: τηρεῖν

Participle: τηρῶν, τηροῦσα, τηροῦν (gen. τηροῦντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgτηροῦμαιτηρῶμαιτηροίμην
2 sgτηρῇτηρῇτηροῖοτηροῦ
3 sgτηρεῖταιτηρῆταιτηροῖτοτηρείσθω
1 plτηρούμεθατηρώμεθατηροίμεθα
2 plτηρεῖσθετηρῆσθετηροῖσθετηρεῖσθε
3 plτηροῦνταιτηρῶνταιτηροῖντοτηρείσθωσαν

Infinitive: τηρεῖσθαι

Participle: τηρούμενος, τηρουμένη, τηρούμενον (gen. τηρουμένου)

Imperfect active

Indicative
1 sgἐτήρουν
2 sgἐτήρεις
3 sgἐτήρει
1 plἐτηροῦμεν
2 plἐτηρεῖτε
3 plἐτήρουν

Imperfect middle/passive

Indicative
1 sgἐτηρούμην
2 sgἐτηροῦ
3 sgἐτηρεῖτο
1 plἐτηρούμεθα
2 plἐτηρεῖσθε
3 plἐτηροῦντο

Future active

IndicativeOptative
1 sgτηρήσωτηρήσοιμι
2 sgτηρήσειςτηρήσοις
3 sgτηρήσειτηρήσοι
1 plτηρήσομεντηρήσοιμεν
2 plτηρήσετετηρήσοιτε
3 plτηρήσουσι(ν)τηρήσοιεν

Infinitive: τηρήσειν

Participle: τηρήσων, τηρήσουσα, τηρῆσον (gen. τηρήσοντος)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐτήρησατηρήσωτηρήσαιμι
2 sgἐτήρησαςτηρήσῃςτηρήσαιςτήρησον
3 sgἐτήρησε(ν)τηρήσῃτηρήσαιτηρησάτω
1 plἐτηρήσαμεντηρήσωμεντηρήσαιμεν
2 plἐτηρήσατετηρήσητετηρήσαιτετηρήσατε
3 plἐτήρησαντηρήσωσι(ν)τηρήσαιεντηρησάτωσαν

Infinitive: τηρῆσαι

Participle: τηρήσας, τηρήσασα, τηρῆσαν (gen. τηρήσαντος)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐτηρήθηντηρηθῶτηρηθείην
2 sgἐτηρήθηςτηρηθῇςτηρηθείηςτηρήθητι
3 sgἐτηρήθητηρηθῇτηρηθείητηρηθήτω
1 plἐτηρήθημεντηρηθῶμεντηρηθεῖμεν
2 plἐτηρήθητετηρηθῆτετηρηθεῖτετηρήθητε
3 plἐτηρήθησαντηρηθῶσι(ν)τηρηθεῖεντηρηθήτωσαν

Infinitive: τηρηθῆναι

Participle: τηρηθείς, τηρηθεῖσα, τηρηθέν (gen. τηρηθέντος)

Perfect active

Indicative
1 sgτετήρηκα
2 sgτετήρηκας
3 sgτετήρηκε(ν)
1 plτετηρήκαμεν
2 plτετηρήκατε
3 plτετηρήκασι(ν) / τετήρηκαν

Infinitive: τετηρηκέναι

Participle: τετηρηκώς, τετηρηκυῖα, τετηρηκός (gen. τετηρηκότος)

Perfect middle/passive

Indicative
1 sgτετήρημαι
2 sgτετήρησαι
3 sgτετήρηται
1 plτετηρήμεθα
2 plτετήρησθε
3 plτετήρηνται

Infinitive: τετηρῆσθαι

Participle: τετηρημένος, τετηρημένη, τετηρημένον (gen. τετηρημένου)

Where you meet it

First met in passage 85, John 8:51.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 289 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub