Greek core word #256 · verb · 60 times in the New Testament

προσκυνέω

pros-koo-NEH-oh

προσκυνέω, προσκυνήσω, προσεκύνησα, —, —, — — worship, bow down

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgπροσκυνῶπροσκυνῶπροσκυνοίην
2 sgπροσκυνεῖςπροσκυνῇςπροσκυνοίηςπροσκύνει
3 sgπροσκυνεῖπροσκυνῇπροσκυνοίηπροσκυνείτω
1 plπροσκυνοῦμενπροσκυνῶμενπροσκυνοῖμεν
2 plπροσκυνεῖτεπροσκυνῆτεπροσκυνοῖτεπροσκυνεῖτε
3 plπροσκυνοῦσι(ν)προσκυνῶσι(ν)προσκυνοῖενπροσκυνείτωσαν

Infinitive: προσκυνεῖν

Participle: προσκυνῶν, προσκυνοῦσα, προσκυνοῦν (gen. προσκυνοῦντος)

Imperfect active

Indicative
1 sgπροσεκύνουν
2 sgπροσεκύνεις
3 sgπροσεκύνει
1 plπροσεκυνοῦμεν
2 plπροσεκυνεῖτε
3 plπροσεκύνουν

Future active

IndicativeOptative
1 sgπροσκυνήσωπροσκυνήσοιμι
2 sgπροσκυνήσειςπροσκυνήσοις
3 sgπροσκυνήσειπροσκυνήσοι
1 plπροσκυνήσομενπροσκυνήσοιμεν
2 plπροσκυνήσετεπροσκυνήσοιτε
3 plπροσκυνήσουσι(ν)προσκυνήσοιεν

Infinitive: προσκυνήσειν

Participle: προσκυνήσων, προσκυνήσουσα, προσκυνῆσον (gen. προσκυνήσοντος)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgπροσεκύνησαπροσκυνήσωπροσκυνήσαιμι
2 sgπροσεκύνησαςπροσκυνήσῃςπροσκυνήσαιςπροσκύνησον
3 sgπροσεκύνησε(ν)προσκυνήσῃπροσκυνήσαιπροσκυνησάτω
1 plπροσεκυνήσαμενπροσκυνήσωμενπροσκυνήσαιμεν
2 plπροσεκυνήσατεπροσκυνήσητεπροσκυνήσαιτεπροσκυνήσατε
3 plπροσεκύνησανπροσκυνήσωσι(ν)προσκυνήσαιενπροσκυνησάτωσαν

Infinitive: προσκυνῆσαι

Participle: προσκυνήσας, προσκυνήσασα, προσκυνῆσαν (gen. προσκυνήσαντος)

Where you meet it

First met in passage 78, John 4:21.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 280 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub