Greek core word #254 · verb · 61 times in the New Testament

κηρύσσω

kay-ROO-soh

κηρύσσω, κηρύξω, ἐκήρυξα, —, —, ἐκηρύχθην — proclaim, preach

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgκηρύσσωκηρύσσωκηρύσσοιμι
2 sgκηρύσσειςκηρύσσῃςκηρύσσοιςκήρυσσε
3 sgκηρύσσεικηρύσσῃκηρύσσοικηρυσσέτω
1 plκηρύσσομενκηρύσσωμενκηρύσσοιμεν
2 plκηρύσσετεκηρύσσητεκηρύσσοιτεκηρύσσετε
3 plκηρύσσουσι(ν)κηρύσσωσι(ν)κηρύσσοιενκηρυσσέτωσαν

Infinitive: κηρύσσειν

Participle: κηρύσσων, κηρύσσουσα, κηρύσσον (gen. κηρύσσοντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgκηρύσσομαικηρύσσωμαικηρυσσοίμην
2 sgκηρύσσῃκηρύσσῃκηρύσσοιοκηρύσσου
3 sgκηρύσσεταικηρύσσηταικηρύσσοιτοκηρυσσέσθω
1 plκηρυσσόμεθακηρυσσώμεθακηρυσσοίμεθα
2 plκηρύσσεσθεκηρύσσησθεκηρύσσοισθεκηρύσσεσθε
3 plκηρύσσονταικηρύσσωνταικηρύσσοιντοκηρυσσέσθωσαν

Infinitive: κηρύσσεσθαι

Participle: κηρυσσόμενος, κηρυσσομένη, κηρυσσόμενον (gen. κηρυσσομένου)

Imperfect active

Indicative
1 sgἐκήρυσσον
2 sgἐκήρυσσες
3 sgἐκήρυσσε(ν)
1 plἐκηρύσσομεν
2 plἐκηρύσσετε
3 plἐκήρυσσον

Future passive

IndicativeOptative
1 sgκηρυχθήσομαικηρυχθησοίμην
2 sgκηρυχθήσῃκηρυχθήσοιο
3 sgκηρυχθήσεταικηρυχθήσοιτο
1 plκηρυχθησόμεθακηρυχθησοίμεθα
2 plκηρυχθήσεσθεκηρυχθήσοισθε
3 plκηρυχθήσονταικηρυχθήσοιντο

Infinitive: κηρυχθήσεσθαι

Participle: κηρυχθησόμενος, κηρυχθησομένη, κηρυχθησόμενον (gen. κηρυχθησομένου)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐκήρυξακηρύξωκηρύξαιμι
2 sgἐκήρυξαςκηρύξῃςκηρύξαιςκήρυξον
3 sgἐκήρυξε(ν)κηρύξῃκηρύξαικηρυξάτω
1 plἐκηρύξαμενκηρύξωμενκηρύξαιμεν
2 plἐκηρύξατεκηρύξητεκηρύξαιτεκηρύξατε
3 plἐκήρυξανκηρύξωσι(ν)κηρύξαιενκηρυξάτωσαν

Infinitive: κηρύξαι

Participle: κηρύξας, κηρύξασα, κηρύξαν (gen. κηρύξαντος)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐκηρύχθηνκηρυχθῶκηρυχθείην
2 sgἐκηρύχθηςκηρυχθῇςκηρυχθείηςκηρύχθητι
3 sgἐκηρύχθηκηρυχθῇκηρυχθείηκηρυχθήτω
1 plἐκηρύχθημενκηρυχθῶμενκηρυχθεῖμεν
2 plἐκηρύχθητεκηρυχθῆτεκηρυχθεῖτεκηρύχθητε
3 plἐκηρύχθησανκηρυχθῶσι(ν)κηρυχθεῖενκηρυχθήτωσαν

Infinitive: κηρυχθῆναι

Participle: κηρυχθείς, κηρυχθεῖσα, κηρυχθέν (gen. κηρυχθέντος)

Where you meet it

First met in passage 20, Mark 13:10.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 246 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub