Greek core word #82 · verb · 190 times in the New Testament

γράφω

GRAH-foh

γράφω, γράψω, ἔγραψα, γέγραφα, γέγραμμαι, ἐγράφην — write

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgγράφωγράφωγράφοιμι
2 sgγράφειςγράφῃςγράφοιςγράφε
3 sgγράφειγράφῃγράφοιγραφέτω
1 plγράφομενγράφωμενγράφοιμεν
2 plγράφετεγράφητεγράφοιτεγράφετε
3 plγράφουσι(ν)γράφωσι(ν)γράφοιενγραφέτωσαν

Infinitive: γράφειν

Participle: γράφων, γράφουσα, γράφον (gen. γράφοντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgγράφομαιγράφωμαιγραφοίμην
2 sgγράφῃγράφῃγράφοιογράφου
3 sgγράφεταιγράφηταιγράφοιτογραφέσθω
1 plγραφόμεθαγραφώμεθαγραφοίμεθα
2 plγράφεσθεγράφησθεγράφοισθεγράφεσθε
3 plγράφονταιγράφωνταιγράφοιντογραφέσθωσαν

Infinitive: γράφεσθαι

Participle: γραφόμενος, γραφομένη, γραφόμενον (gen. γραφομένου)

Future active

IndicativeOptative
1 sgγράψωγράψοιμι
2 sgγράψειςγράψοις
3 sgγράψειγράψοι
1 plγράψομενγράψοιμεν
2 plγράψετεγράψοιτε
3 plγράψουσι(ν)γράψοιεν

Infinitive: γράψειν

Participle: γράψων, γράψουσα, γράψον (gen. γράψοντος)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἔγραψαγράψωγράψαιμι
2 sgἔγραψαςγράψῃςγράψαιςγράψον
3 sgἔγραψε(ν)γράψῃγράψαιγραψάτω
1 plἐγράψαμενγράψωμενγράψαιμεν
2 plἐγράψατεγράψητεγράψαιτεγράψατε
3 plἔγραψανγράψωσι(ν)γράψαιενγραψάτωσαν

Infinitive: γράψαι

Participle: γράψας, γράψασα, γράψαν (gen. γράψαντος)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐγράφηνγραφῶγραφείην
2 sgἐγράφηςγραφῇςγραφείηςγράφηθι
3 sgἐγράφηγραφῇγραφείηγραφήτω
1 plἐγράφημενγραφῶμενγραφεῖμεν
2 plἐγράφητεγραφῆτεγραφεῖτεγράφητε
3 plἐγράφησανγραφῶσι(ν)γραφεῖενγραφήτωσαν

Infinitive: γραφῆναι

Participle: γραφείς, γραφεῖσα, γραφέν (gen. γραφέντος)

Perfect active

Indicative
1 sgγέγραφα
2 sgγέγραφας
3 sgγέγραφε(ν)
1 plγεγράφαμεν
2 plγεγράφατε
3 plγεγράφασι(ν)

Infinitive: γεγραφέναι

Participle: γεγραφώς, γεγραφυῖα, γεγραφός (gen. γεγραφότος)

Perfect middle/passive

Indicative
1 sgγέγραμμαι
2 sgγέγραψαι
3 sgγέγραπται
1 plγεγράμμεθα
2 plγέγραφθε
3 plγεγραμμένοι εἰσί(ν)

Infinitive: γεγράφθαι

Participle: γεγραμμένος, γεγραμμένη, γεγραμμένον (gen. γεγραμμένου)

Where you meet it

First met in passage 95, John 19:22.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 209 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub