Greek core word #279 · verb · 54 times in the New Testament

εὐαγγελίζω

ew-an-geh-LEE-zoh

εὐαγγελίζω, —, εὐηγγέλισα, —, εὐηγγέλισμαι, εὐηγγελίσθην — proclaim good news

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgεὐαγγελίζομαιεὐαγγελίζωμαιεὐαγγελιζοίμην
2 sgεὐαγγελίζῃεὐαγγελίζῃεὐαγγελίζοιοεὐαγγελίζου
3 sgεὐαγγελίζεταιεὐαγγελίζηταιεὐαγγελίζοιτοεὐαγγελιζέσθω
1 plεὐαγγελιζόμεθαεὐαγγελιζώμεθαεὐαγγελιζοίμεθα
2 plεὐαγγελίζεσθεεὐαγγελίζησθεεὐαγγελίζοισθεεὐαγγελίζεσθε
3 plεὐαγγελίζονταιεὐαγγελίζωνταιεὐαγγελίζοιντοεὐαγγελιζέσθωσαν

Infinitive: εὐαγγελίζεσθαι

Participle: εὐαγγελιζόμενος, εὐαγγελιζομένη, εὐαγγελιζόμενον (gen. εὐαγγελιζομένου)

Imperfect middle/passive

Indicative
1 sgεὐηγγελιζόμην
2 sgεὐηγγελίζου
3 sgεὐηγγελίζετο
1 plεὐηγγελιζόμεθα
2 plεὐηγγελίζεσθε
3 plεὐηγγελίζοντο

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgεὐηγγέλισαεὐαγγελίσωεὐαγγελίσαιμι
2 sgεὐηγγέλισαςεὐαγγελίσῃςεὐαγγελίσαιςεὐαγγέλισον
3 sgεὐηγγέλισε(ν)εὐαγγελίσῃεὐαγγελίσαιεὐαγγελισάτω
1 plεὐηγγελίσαμενεὐαγγελίσωμενεὐαγγελίσαιμεν
2 plεὐηγγελίσατεεὐαγγελίσητεεὐαγγελίσαιτεεὐαγγελίσατε
3 plεὐηγγέλισανεὐαγγελίσωσι(ν)εὐαγγελίσαιενεὐαγγελισάτωσαν

Infinitive: εὐαγγελίσαι

Participle: εὐαγγελίσας, εὐαγγελίσασα, εὐαγγελίσαν (gen. εὐαγγελίσαντος)

Aorist middle

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgεὐηγγελισάμηνεὐαγγελίσωμαιεὐαγγελισαίμην
2 sgεὐηγγελίσωεὐαγγελίσῃεὐαγγελίσαιοεὐαγγέλισαι
3 sgεὐηγγελίσατοεὐαγγελίσηταιεὐαγγελίσαιτοεὐαγγελισάσθω
1 plεὐηγγελισάμεθαεὐαγγελισώμεθαεὐαγγελισαίμεθα
2 plεὐηγγελίσασθεεὐαγγελίσησθεεὐαγγελίσαισθεεὐαγγελίσασθε
3 plεὐηγγελίσαντοεὐαγγελίσωνταιεὐαγγελίσαιντοεὐαγγελισάσθωσαν

Infinitive: εὐαγγελίσασθαι

Participle: εὐαγγελισάμενος, εὐαγγελισαμένη, εὐαγγελισάμενον (gen. εὐαγγελισαμένου)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgεὐηγγελίσθηνεὐαγγελισθῶεὐαγγελισθείην
2 sgεὐηγγελίσθηςεὐαγγελισθῇςεὐαγγελισθείηςεὐαγγελίσθητι
3 sgεὐηγγελίσθηεὐαγγελισθῇεὐαγγελισθείηεὐαγγελισθήτω
1 plεὐηγγελίσθημενεὐαγγελισθῶμενεὐαγγελισθεῖμεν
2 plεὐηγγελίσθητεεὐαγγελισθῆτεεὐαγγελισθεῖτεεὐαγγελίσθητε
3 plεὐηγγελίσθησανεὐαγγελισθῶσι(ν)εὐαγγελισθεῖενεὐαγγελισθήτωσαν

Infinitive: εὐαγγελισθῆναι

Participle: εὐαγγελισθείς, εὐαγγελισθεῖσα, εὐαγγελισθέν (gen. εὐαγγελισθέντος)

Perfect middle/passive

Indicative
1 sgεὐηγγέλισμαι
2 sgεὐηγγέλισαι
3 sgεὐηγγέλισται
1 plεὐηγγελίσμεθα
2 plεὐηγγέλισθε
3 plεὐηγγελισμένοι εἰσί(ν)

Infinitive: εὐηγγελίσθαι

Participle: εὐηγγελισμένος, εὐηγγελισμένη, εὐηγγελισμένον (gen. εὐηγγελισμένου)

Where you meet it

First met in passage 48, Luke 9:6.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 230 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub