Greek core word #323 · verb · 45 times in the New Testament

διώκω

dih-OH-koh

διώκω, διώξω, ἐδίωξα, —, δεδίωγμαι, ἐδιώχθην — pursue, persecute

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgδιώκωδιώκωδιώκοιμι
2 sgδιώκειςδιώκῃςδιώκοιςδίωκε
3 sgδιώκειδιώκῃδιώκοιδιωκέτω
1 plδιώκομενδιώκωμενδιώκοιμεν
2 plδιώκετεδιώκητεδιώκοιτεδιώκετε
3 plδιώκουσι(ν)διώκωσι(ν)διώκοιενδιωκέτωσαν

Infinitive: διώκειν

Participle: διώκων, διώκουσα, διῶκον (gen. διώκοντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgδιώκομαιδιώκωμαιδιωκοίμην
2 sgδιώκῃδιώκῃδιώκοιοδιώκου
3 sgδιώκεταιδιώκηταιδιώκοιτοδιωκέσθω
1 plδιωκόμεθαδιωκώμεθαδιωκοίμεθα
2 plδιώκεσθεδιώκησθεδιώκοισθεδιώκεσθε
3 plδιώκονταιδιώκωνταιδιώκοιντοδιωκέσθωσαν

Infinitive: διώκεσθαι

Participle: διωκόμενος, διωκομένη, διωκόμενον (gen. διωκομένου)

Imperfect active

Indicative
1 sgἐδίωκον
2 sgἐδίωκες
3 sgἐδίωκε(ν)
1 plἐδιώκομεν
2 plἐδιώκετε
3 plἐδίωκον

Future active

IndicativeOptative
1 sgδιώξωδιώξοιμι
2 sgδιώξειςδιώξοις
3 sgδιώξειδιώξοι
1 plδιώξομενδιώξοιμεν
2 plδιώξετεδιώξοιτε
3 plδιώξουσι(ν)διώξοιεν

Infinitive: διώξειν

Participle: διώξων, διώξουσα, διῶξον (gen. διώξοντος)

Future passive

IndicativeOptative
1 sgδιωχθήσομαιδιωχθησοίμην
2 sgδιωχθήσῃδιωχθήσοιο
3 sgδιωχθήσεταιδιωχθήσοιτο
1 plδιωχθησόμεθαδιωχθησοίμεθα
2 plδιωχθήσεσθεδιωχθήσοισθε
3 plδιωχθήσονταιδιωχθήσοιντο

Infinitive: διωχθήσεσθαι

Participle: διωχθησόμενος, διωχθησομένη, διωχθησόμενον (gen. διωχθησομένου)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐδίωξαδιώξωδιώξαιμι
2 sgἐδίωξαςδιώξῃςδιώξαιςδίωξον
3 sgἐδίωξε(ν)διώξῃδιώξαιδιωξάτω
1 plἐδιώξαμενδιώξωμενδιώξαιμεν
2 plἐδιώξατεδιώξητεδιώξαιτεδιώξατε
3 plἐδίωξανδιώξωσι(ν)διώξαιενδιωξάτωσαν

Infinitive: διῶξαι

Participle: διώξας, διώξασα, διῶξαν (gen. διώξαντος)

Perfect middle/passive

Indicative
1 sgδεδίωγμαι
2 sgδεδίωξαι
3 sgδεδίωκται
1 plδεδιώγμεθα
2 plδεδίωχθε
3 plδεδιωγμένοι εἰσί(ν)

Infinitive: δεδιῶχθαι

Participle: δεδιωγμένος, δεδιωγμένη, δεδιωγμένον (gen. δεδιωγμένου)

Where you meet it

First met in passage 81, John 5:16.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 215 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub