Greek core word #213 · verb · 77 times in the New Testament

βαπτίζω

bap-TEE-zoh

βαπτίζω, βαπτίσω, ἐβάπτισα, —, βεβάπτισμαι, ἐβαπτίσθην — baptize, immerse

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgβαπτίζωβαπτίζωβαπτίζοιμι
2 sgβαπτίζειςβαπτίζῃςβαπτίζοιςβάπτιζε
3 sgβαπτίζειβαπτίζῃβαπτίζοιβαπτιζέτω
1 plβαπτίζομενβαπτίζωμενβαπτίζοιμεν
2 plβαπτίζετεβαπτίζητεβαπτίζοιτεβαπτίζετε
3 plβαπτίζουσι(ν)βαπτίζωσι(ν)βαπτίζοιενβαπτιζέτωσαν

Infinitive: βαπτίζειν

Participle: βαπτίζων, βαπτίζουσα, βαπτίζον (gen. βαπτίζοντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgβαπτίζομαιβαπτίζωμαιβαπτιζοίμην
2 sgβαπτίζῃβαπτίζῃβαπτίζοιοβαπτίζου
3 sgβαπτίζεταιβαπτίζηταιβαπτίζοιτοβαπτιζέσθω
1 plβαπτιζόμεθαβαπτιζώμεθαβαπτιζοίμεθα
2 plβαπτίζεσθεβαπτίζησθεβαπτίζοισθεβαπτίζεσθε
3 plβαπτίζονταιβαπτίζωνταιβαπτίζοιντοβαπτιζέσθωσαν

Infinitive: βαπτίζεσθαι

Participle: βαπτιζόμενος, βαπτιζομένη, βαπτιζόμενον (gen. βαπτιζομένου)

Imperfect active

Indicative
1 sgἐβάπτιζον
2 sgἐβάπτιζες
3 sgἐβάπτιζε(ν)
1 plἐβαπτίζομεν
2 plἐβαπτίζετε
3 plἐβάπτιζον

Imperfect middle/passive

Indicative
1 sgἐβαπτιζόμην
2 sgἐβαπτίζου
3 sgἐβαπτίζετο
1 plἐβαπτιζόμεθα
2 plἐβαπτίζεσθε
3 plἐβαπτίζοντο

Future active

IndicativeOptative
1 sgβαπτίσωβαπτίσοιμι
2 sgβαπτίσειςβαπτίσοις
3 sgβαπτίσειβαπτίσοι
1 plβαπτίσομενβαπτίσοιμεν
2 plβαπτίσετεβαπτίσοιτε
3 plβαπτίσουσι(ν)βαπτίσοιεν

Infinitive: βαπτίσειν

Participle: βαπτίσων, βαπτίσουσα, βαπτίσον (gen. βαπτίσοντος)

Future passive

IndicativeOptative
1 sgβαπτισθήσομαιβαπτισθησοίμην
2 sgβαπτισθήσῃβαπτισθήσοιο
3 sgβαπτισθήσεταιβαπτισθήσοιτο
1 plβαπτισθησόμεθαβαπτισθησοίμεθα
2 plβαπτισθήσεσθεβαπτισθήσοισθε
3 plβαπτισθήσονταιβαπτισθήσοιντο

Infinitive: βαπτισθήσεσθαι

Participle: βαπτισθησόμενος, βαπτισθησομένη, βαπτισθησόμενον (gen. βαπτισθησομένου)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐβάπτισαβαπτίσωβαπτίσαιμι
2 sgἐβάπτισαςβαπτίσῃςβαπτίσαιςβάπτισον
3 sgἐβάπτισε(ν)βαπτίσῃβαπτίσαιβαπτισάτω
1 plἐβαπτίσαμενβαπτίσωμενβαπτίσαιμεν
2 plἐβαπτίσατεβαπτίσητεβαπτίσαιτεβαπτίσατε
3 plἐβάπτισανβαπτίσωσι(ν)βαπτίσαιενβαπτισάτωσαν

Infinitive: βαπτίσαι

Participle: βαπτίσας, βαπτίσασα, βαπτίσαν (gen. βαπτίσαντος)

Aorist middle

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐβαπτισάμηνβαπτίσωμαιβαπτισαίμην
2 sgἐβαπτίσωβαπτίσῃβαπτίσαιοβάπτισαι
3 sgἐβαπτίσατοβαπτίσηταιβαπτίσαιτοβαπτισάσθω
1 plἐβαπτισάμεθαβαπτισώμεθαβαπτισαίμεθα
2 plἐβαπτίσασθεβαπτίσησθεβαπτίσαισθεβαπτίσασθε
3 plἐβαπτίσαντοβαπτίσωνταιβαπτίσαιντοβαπτισάσθωσαν

Infinitive: βαπτίσασθαι

Participle: βαπτισάμενος, βαπτισαμένη, βαπτισάμενον (gen. βαπτισαμένου)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἐβαπτίσθηνβαπτισθῶβαπτισθείην
2 sgἐβαπτίσθηςβαπτισθῇςβαπτισθείηςβαπτίσθητι
3 sgἐβαπτίσθηβαπτισθῇβαπτισθείηβαπτισθήτω
1 plἐβαπτίσθημενβαπτισθῶμενβαπτισθεῖμεν
2 plἐβαπτίσθητεβαπτισθῆτεβαπτισθεῖτεβαπτίσθητε
3 plἐβαπτίσθησανβαπτισθῶσι(ν)βαπτισθεῖενβαπτισθήτωσαν

Infinitive: βαπτισθῆναι

Participle: βαπτισθείς, βαπτισθεῖσα, βαπτισθέν (gen. βαπτισθέντος)

Perfect middle/passive

Indicative
1 sgβεβάπτισμαι
2 sgβεβάπτισαι
3 sgβεβάπτισται
1 plβεβαπτίσμεθα
2 plβεβάπτισθε
3 plβεβαπτισμένοι εἰσί(ν)

Infinitive: βεβαπτίσθαι

Participle: βεβαπτισμένος, βεβαπτισμένη, βεβαπτισμένον (gen. βεβαπτισμένου)

Where you meet it

First met in passage 98, Acts 19:5–6.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 203 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub