Greek core word #184 · verb · 90 times in the New Testament

ἀπόλλυμι

ah-PO-loo-mih

ἀπόλλυμι, ἀπολέσω/ἀπολῶ, ἀπώλεσα, ἀπόλωλα, —, — — destroy; middle: perish

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπόλλυμιἀπολλύωἀπολλύοιμι
2 sgἀπόλλυςἀπολλύῃςἀπολλύοιςἀπόλλυ / ἀπόλλυε
3 sgἀπόλλυσι(ν) / ἀπολλύειἀπολλύῃἀπολλύοιἀπολλύτω
1 plἀπόλλυμενἀπολλύωμενἀπολλύοιμεν
2 plἀπόλλυτεἀπολλύητεἀπολλύοιτεἀπόλλυτε
3 plἀπολλύασι(ν)ἀπολλύωσι(ν)ἀπολλύοιενἀπολλύτωσαν

Infinitive: ἀπολλύναι

Participle: ἀπολλύς, ἀπολλῦσα, ἀπολλύν (gen. ἀπολλύντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπόλλυμαιἀπολλύωμαιἀπολλυοίμην
2 sgἀπόλλυσαιἀπολλύῃἀπολλύοιοἀπόλλυσο
3 sgἀπόλλυταιἀπολλύηταιἀπολλύοιτοἀπολλύσθω
1 plἀπολλύμεθαἀπολλυώμεθαἀπολλυοίμεθα
2 plἀπόλλυσθεἀπολλύησθεἀπολλύοισθεἀπόλλυσθε
3 plἀπόλλυνταιἀπολλύωνταιἀπολλύοιντοἀπολλύσθωσαν

Infinitive: ἀπόλλυσθαι

Participle: ἀπολλύμενος, ἀπολλυμένη, ἀπολλύμενον (gen. ἀπολλυμένου)

Imperfect middle/passive

Indicative
1 sgἀπωλλύμην
2 sgἀπώλλυσο
3 sgἀπώλλυτο
1 plἀπωλλύμεθα
2 plἀπώλλυσθε
3 plἀπώλλυντο

Future active

IndicativeOptative
1 sgἀπολέσω / ἀπολῶἀπολέσοιμι
2 sgἀπολέσειςἀπολέσοις
3 sgἀπολέσειἀπολέσοι
1 plἀπολέσομενἀπολέσοιμεν
2 plἀπολέσετεἀπολέσοιτε
3 plἀπολέσουσι(ν)ἀπολέσοιεν

Infinitive: ἀπολέσειν

Participle: ἀπολέσων, ἀπολέσουσα, ἀπολέσον (gen. ἀπολέσοντος)

Future middle

IndicativeOptative
1 sgἀπολοῦμαιἀπολοίμην
2 sgἀπολῇἀπολοῖο
3 sgἀπολεῖταιἀπολοῖτο
1 plἀπολούμεθαἀπολοίμεθα
2 plἀπολεῖσθεἀπολοῖσθε
3 plἀπολοῦνταιἀπολοῖντο

Infinitive: ἀπολεῖσθαι

Participle: ἀπολούμενος, ἀπολουμένη, ἀπολούμενον (gen. ἀπολουμένου)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπώλεσαἀπολέσωἀπολέσαιμι
2 sgἀπώλεσαςἀπολέσῃςἀπολέσαιςἀπόλεσον
3 sgἀπώλεσε(ν)ἀπολέσῃἀπολέσαιἀπολεσάτω
1 plἀπωλέσαμενἀπολέσωμενἀπολέσαιμεν
2 plἀπωλέσατεἀπολέσητεἀπολέσαιτεἀπολέσατε
3 plἀπώλεσανἀπολέσωσι(ν)ἀπολέσαιενἀπολεσάτωσαν

Infinitive: ἀπολέσαι

Participle: ἀπολέσας, ἀπολέσασα, ἀπολέσαν (gen. ἀπολέσαντος)

Aorist middle

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπωλόμηνἀπόλωμαιἀπολοίμην
2 sgἀπώλουἀπόλῃἀπόλοιοἀπολοῦ
3 sgἀπώλετοἀπόληταιἀπόλοιτοἀπολέσθω
1 plἀπωλόμεθαἀπολώμεθαἀπολοίμεθα
2 plἀπώλεσθεἀπόλησθεἀπόλοισθεἀπόλεσθε
3 plἀπώλοντοἀπόλωνταιἀπόλοιντοἀπολέσθωσαν

Infinitive: ἀπολέσθαι

Participle: ἀπολόμενος, ἀπολομένη, ἀπολόμενον (gen. ἀπολομένου)

Perfect active

Indicative
1 sgἀπόλωλα
2 sgἀπόλωλας
3 sgἀπόλωλε(ν)
1 plἀπολώλαμεν
2 plἀπολώλατε
3 plἀπολώλασι(ν)

Infinitive: ἀπολωλέναι

Participle: ἀπολωλώς, ἀπολωλυῖα, ἀπολωλός (gen. ἀπολωλότος)

Where you meet it

First met in passage 53, Luke 13:5.

Explained in the notes of 2 passages:

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 196 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub