Greek core word #222 · verb · 74 times in the New Testament

ἀποκτείνω

ah-pok-TAY-noh

ἀποκτείνω, ἀποκτενῶ, ἀπέκτεινα, —, —, ἀπεκτάνθην — kill

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀποκτείνωἀποκτείνωἀποκτείνοιμι
2 sgἀποκτείνειςἀποκτείνῃςἀποκτείνοιςἀπόκτεινε
3 sgἀποκτείνει / ἀποκτέννειἀποκτείνῃἀποκτείνοιἀποκτεινέτω
1 plἀποκτείνομενἀποκτείνωμενἀποκτείνοιμεν
2 plἀποκτείνετεἀποκτείνητεἀποκτείνοιτεἀποκτείνετε
3 plἀποκτείνουσι(ν)ἀποκτείνωσι(ν)ἀποκτείνοιενἀποκτεινέτωσαν

Infinitive: ἀποκτείνειν

Participle: ἀποκτείνων, ἀποκτείνουσα, ἀποκτεῖνον (gen. ἀποκτείνοντος)

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀποκτείνομαιἀποκτείνωμαιἀποκτεινοίμην
2 sgἀποκτείνῃἀποκτείνῃἀποκτείνοιοἀποκτείνου
3 sgἀποκτείνεταιἀποκτείνηταιἀποκτείνοιτοἀποκτεινέσθω
1 plἀποκτεινόμεθαἀποκτεινώμεθαἀποκτεινοίμεθα
2 plἀποκτείνεσθεἀποκτείνησθεἀποκτείνοισθεἀποκτείνεσθε
3 plἀποκτείνονταιἀποκτείνωνταιἀποκτείνοιντοἀποκτεινέσθωσαν

Infinitive: ἀποκτείνεσθαι/ἀποκτέννεσθαι

Participle: ἀποκτεινόμενος, ἀποκτεινομένη, ἀποκτεινόμενον (gen. ἀποκτεινομένου)

Future active

IndicativeOptative
1 sgἀποκτενῶἀποκτενοῖμι
2 sgἀποκτενεῖςἀποκτενοῖς
3 sgἀποκτενεῖἀποκτενοῖ
1 plἀποκτενοῦμενἀποκτενοῖμεν
2 plἀποκτενεῖτεἀποκτενοῖτε
3 plἀποκτενοῦσι(ν)ἀποκτενοῖεν

Infinitive: ἀποκτενεῖν

Participle: ἀποκτενῶν, ἀποκτενοῦσα, ἀποκτενοῦν (gen. ἀποκτενοῦντος)

Aorist active

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπέκτειναἀποκτείνωἀποκτείναιμι
2 sgἀπέκτειναςἀποκτείνῃςἀποκτείναιςἀπόκτεινον
3 sgἀπέκτεινε(ν)ἀποκτείνῃἀποκτείναιἀποκτεινάτω
1 plἀπεκτείναμενἀποκτείνωμενἀποκτείναιμεν
2 plἀπεκτείνατεἀποκτείνητεἀποκτείναιτεἀποκτείνατε
3 plἀπέκτεινανἀποκτείνωσι(ν)ἀποκτείναιενἀποκτεινάτωσαν

Infinitive: ἀποκτεῖναι

Participle: ἀποκτείνας, ἀποκτείνασα, ἀποκτεῖναν (gen. ἀποκτείναντος)

Aorist passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀπεκτάνθηνἀποκτανθῶἀποκτανθείην
2 sgἀπεκτάνθηςἀποκτανθῇςἀποκτανθείηςἀποκτάνθητι
3 sgἀπεκτάνθηἀποκτανθῇἀποκτανθείηἀποκτανθήτω
1 plἀπεκτάνθημενἀποκτανθῶμενἀποκτανθεῖμεν
2 plἀπεκτάνθητεἀποκτανθῆτεἀποκτανθεῖτεἀποκτάνθητε
3 plἀπεκτάνθησανἀποκτανθῶσι(ν)ἀποκτανθεῖενἀποκτανθήτωσαν

Infinitive: ἀποκτανθῆναι

Participle: ἀποκτανθείς, ἀποκτανθεῖσα, ἀποκτανθέν (gen. ἀποκτανθέντος)

Where you meet it

First met in passage 50, Luke 11:47.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 195 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub