Greek core word #152 · verb · 108 times in the New Testament

ἀνίστημι

ah-NEES-tay-mih

ἀνίστημι, ἀναστήσω, ἀνέστησα/ἀνέστην, —, —, — — raise; (intrans.) rise

Forms in bold occur in the New Testament; the others complete the pattern. A dash (—) marks a form that does not exist.

Present middle/passive

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀνίσταμαιἀνιστῶμαιἀνισταίμην
2 sgἀνίστασαιἀνιστῇἀνισταῖοἀνίστασο
3 sgἀνίσταταιἀνιστῆταιἀνισταῖτοἀνιστάσθω
1 plἀνιστάμεθαἀνιστώμεθαἀνισταίμεθα
2 plἀνίστασθεἀνιστῆσθεἀνισταῖσθεἀνίστασθε
3 plἀνίστανταιἀνιστῶνταιἀνισταῖντοἀνιστάσθωσαν

Infinitive: ἀνίστασθαι

Participle: ἀνιστάμενος, ἀνισταμένη, ἀνιστάμενον (gen. ἀνισταμένου)

Future active

IndicativeOptative
1 sgἀναστήσωἀναστήσοιμι
2 sgἀναστήσειςἀναστήσοις
3 sgἀναστήσειἀναστήσοι
1 plἀναστήσομενἀναστήσοιμεν
2 plἀναστήσετεἀναστήσοιτε
3 plἀναστήσουσι(ν)ἀναστήσοιεν

Infinitive: ἀναστήσειν

Participle: ἀναστήσων, ἀναστήσουσα, ἀναστῆσον (gen. ἀναστήσοντος)

Future middle

IndicativeOptative
1 sgἀναστήσομαιἀναστησοίμην
2 sgἀναστήσῃἀναστήσοιο
3 sgἀναστήσεταιἀναστήσοιτο
1 plἀναστησόμεθαἀναστησοίμεθα
2 plἀναστήσεσθεἀναστήσοισθε
3 plἀναστήσονταιἀναστήσοιντο

Infinitive: ἀναστήσεσθαι

Participle: ἀναστησόμενος, ἀναστησομένη, ἀναστησόμενον (gen. ἀναστησομένου)

Aorist active (ἀνέστησα)

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀνέστησαἀναστήσωἀναστήσαιμι
2 sgἀνέστησαςἀναστήσῃςἀναστήσαιςἀνάστησον
3 sgἀνέστησε(ν)ἀναστήσῃἀναστήσαιἀναστησάτω
1 plἀνεστήσαμενἀναστήσωμενἀναστήσαιμεν
2 plἀνεστήσατεἀναστήσητεἀναστήσαιτεἀναστήσατε
3 plἀνέστησανἀναστήσωσι(ν)ἀναστήσαιενἀναστησάτωσαν

Infinitive: ἀναστῆσαι

Participle: ἀναστήσας, ἀναστήσασα, ἀναστῆσαν (gen. ἀναστήσαντος)

Aorist active (ἀνέστην)

IndicativeSubjunctiveOptativeImperative
1 sgἀνέστηνἀναστῶἀνασταίην
2 sgἀνέστηςἀναστῇςἀνασταίηςἀνάστηθι / ἀνάστα
3 sgἀνέστηἀναστῇἀνασταίηἀναστήτω
1 plἀνέστημενἀναστῶμενἀνασταῖμεν
2 plἀνέστητεἀναστῆτεἀνασταῖτεἀνάστητε
3 plἀνέστησανἀναστῶσι(ν)ἀνασταῖενἀναστήτωσαν

Infinitive: ἀναστῆναι

Participle: ἀναστάς, ἀναστᾶσα, ἀναστάν (gen. ἀναστάντος)

Where you meet it

First met in passage 89, John 11:24.

From Appendix B of the Greek and Latin with Jerome study companion · PDF page 189 · open the PDF here

@teddyrookbook GitHub